Menu
Tablet menu

Από πού πάνε για το Carnegie Hall;

«Με συγχωρείτε, ξέρετε πώς θα πάω στο Carnegie Hall;»

Πρόκειται για έναν από τους παλιότερους και γνωστότερους αστικούς μύθους στη Νέα Υόρκη. Ο Άρθουρ Ρουμπινστάιν (άλλοι λένε ο Μίσκα Ελμαν με το βιολί παραμάσχαλα) περνούσε τον δρόμο ζοχαδιασμένος από μια χάλια πρόβα. Τον είδε μια περαστική, που είχε ψιλοχαθεί, σου λέει, μουσικός είναι ο άνθρωπος, θα ξέρει να μου πει τον δρόμο.

Θα πρέπει να ήταν από άλλο μέρος η γυναίκα, γιατί δεν υπάρχει κάτοικος Μανχάταν που να μη γνωρίζει ακριβώς τη διεύθυνση του ιστορικού συναυλιακού χώρου. Χτίστηκε το 1891. Χορηγός του, ο Άντριου Κάρνεγκι, μεγιστάνας της βιομηχανίας ατσαλιού, που άφησε πίσω του, εκτός από μια ανυπολόγιστη περιουσία, μια σειρά από κληροδοτήματα, μεταξύ των οποίων και το ομώνυμο Hall, έναν από τους σημαντικότερους «ναούς» της μουσικής τους δύο τελευταίους αιώνες. 

Κάθε μουσικός στον κόσμο -και κάθε φίλος της μουσικής- σκέφτεται, ονειρεύεται, λαχταράει μια εμφάνιση στο Κάρνεγκι Χολ, σαν το Ιερό Δισκοπότηρο της καλλιτεχνικής του πορείας. 

Στη λιτή συνέντευξη Τύπου που έδωσε η Ελευθερία Αρβανιτάκη, ενόψει της πρόσκλησής της, μου έκανε εντύπωση η ηρεμία της. «Έχουμε ήδη εμπειρία από σημαντικές διεθνείς εμφανίσεις» εξήγησε απλά: Για όσους ίσως δεν ήξεραν ότι έχει εμφανιστεί στις σπουδαιότερες σκηνές του κόσμου, την Όπερα του Σίδνεϊ, το Λίνκολν Σέντερ, το Ηρώδειο, το Παλάου ντε Μούζικα της Βαρκελώνης, καθώς σε κορυφαία φεστιβάλ (Womad), με θρυλικές πλέον καλλιτεχνικές συνυπάρξεις (Σεζάρια Εβόρα, Φίλιπ Γκλας).

«Αντιμετωπίζουμε αυτή την ιδιαίτερα τιμητική πρόσκληση σαν μια ακόμα μεγάλη συναυλία στο εξωτερικό, κάνουμε εντατικές πρόβες και πιστεύουμε ότι θα καταφέρουμε να αντεπεξέλθουμε», συνέχισε.

Καλά, η γυναίκα είναι σε άρνηση, σκεφτόμουν. Άμυνα παίζει ψυχολογική, αλλιώς θα πήγαινε στο νοσοκομείο από την αγωνία της.

Δυστυχώς, το νοσοκομείο δεν το γλίτωσε η Ελευθερία, μια εβδομάδα μόλις πριν πετάξει για ΗΠΑ. Διότι τι του λείπει του καλλιτέχνη πριν τη μεγαλύτερη στιγμή της καριέρας του; Μια βαριά, αλλά πολύ βαριά ίωση. Τη συμβούλεψαν οι γιατροί να σκεφτεί το ενδεχόμενο να ακυρώσει. 

Δεν ακύρωσε. Η Μαρία Κάλλας δεν ακύρωσε το Κάρνεγκι Χολ - στο οποίο και πραγματοποίησε τη σπαρακτική, αποχαιρετιστήρια εμφάνισή της. Ο Λεωνίδας Καβάκος δεν ακύρωσε ποτέ - και εμφανίζεται τακτικά. Οι Μπιτλς δεν ακύρωσαν το Carnegie Hall. Ούτε ο Τσαϊκόφσκι. Ούτε ο Ραχμάνινοφ, ούτε η Τζούντι Γκάρλαντ, ούτε η Ντέμπι Χάρι. (εντάξει, σαρανταέξι χιλιάδες συναυλίες, διάλεξα μερικά ονόματα στην τύχη).

Ε, είπε και η Ελευθερία, να μην ακυρώσει.

Άλλωστε, «μια διεθνής συναυλία είναι, έχουμε την εμπειρία».

Είχε πει.

Η νταλίκα του τρόμου την τράκαρε μέσα στο αεροπλάνο για Νέα Υόρκη. Ευτυχώς, είχαν ήδη επιβιβαστεί. Μια μικρή πληροφορία που έφτασε την τελευταία στιγμή - οι New York Times ειδοποίησαν ότι θα κάλυπταν με εξειδικευμένο συντάκτη τους τη συναυλία, ήρθε. «Ξαφνικά σκέφτηκα… "Παναγίτσα μου! Που πα’, ρε Καραμήτρο;"» ήταν ακριβώς τα λόγια που χρησιμοποίησε η κυρία Αρβανιτάκη για να μου περιγράψει τον ανεξέλεγκτο πανικό που (επιτέλους) την κατέκλυσε ενόψει της παράστασης. Αυτά βέβαια μας τα εξομολογήθηκε μετά τη συναυλία, γελώντας με τον εαυτό της σε μια τρατορία κάπου εκεί στη γειτονιά - κι αφού όλα, πια, είχαν τελειώσει, ξημερώματα Σαββάτου προς Κυριακή, πρώτη Φεβρουαρίου 2014.

Πώς άρχισαν; Με θόρυβο! Μόλις εμφανίστηκε η Ελευθερία, ένα κατάμεστο Carnegie Hall, (τρεις χιλιάδες κόσμος κρεμόταν από τους τριπλούς εξώστες,) την υποδέχτηκε με χειροκροτήματα που δεν την άφηναν να πει την πρώτη νότα. Όταν άρχισε το «αχ, στην αρχή του τραγουδιού, το αχ είναι γραμμένο», κόντεψαν να ασπρίσουν τα μαλλιά μου κάτω από το χρωμοσαμπουάν. Η κοπέλα μας έτρεμε σύγκορμη, σώμα, ψυχή και φωνή, από το τρακ. Θυμήθηκα την Έλεν Μίρεν, όταν εμφανίστηκε στην Επίδαυρο, που έλεγε μετά στους δημοσιογράφους ότι με το που εμφανίστηκε στο κοίλον, και είδε το αρχαίο θέατρο γεμάτο, της έφυγε η μαγκιά πενήντα χρόνων στο διεθνές θεατρικό κουρμπέτι. Έτσι είναι και το Carnegie Hall για έναν άνθρωπο της μουσικής: Σε ψαρώνει κυριολεκτικά, σπαρταράς.

Στη σκηνή, συνοδευμένη από τους υπέροχα ανθρώπινους, και άψογους επαγγελματίες, τους μουσικούς της, η Ελευθερία παρουσιάστηκε απίστευτα όμορφη: Τέλεια ντυμένη και φροντισμένη, σαν νεράιδα. Τραγούδι στο τραγούδι, ζήτω στο ζήτω, η φωνή της άρχισε να εξοικειώνεται με τη μνημειώδη -και ανελέητη- ακουστική του Κάρνεγκι Χολ. Η μουσική της άρχισε να χαϊδεύει τον χώρο, να κυριαρχεί, να μαγεύει, να καθηλώνει. Με ελάχιστα ηλεκτρικά βοηθήματα (το «Χολ», γενικώς, δεν σηκώνει πολλά πριόνια), η συναυλία εν τέλει, απογειώθηκε. Όταν προσκάλεσε στη σκηνή τον Άρα Ντινκιτζιάν και τον προλόγισε με θαυμασμό, ευγνωμοσύνη -και άψογα αγγλικά- η Ελληνίδα κι ο Αρμένης βγάλανε τα νταούλια, τα κορμιά-και τα μαχαίρια. Απογειωθήκαμε. Κάποια στιγμή, εντελώς τυχαία, συναντήθηκε το βλέμμα μου με αυτό της Ελευθερίας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα μάτια της, εκείνη τη στιγμή: Δυο μαύρες, βαθιές σπηλιές που πετούσαν κόκκινες σπίθες. Ήταν αλλού. Σ΄ εκείνο το αλλού που είναι ευχή να πας - ή να σε πάνε εκείνοι που ξέρουν.

Ναι. Τι άλλο; Τα υπόλοιπα είναι ιστορία: Aποθέωση, το κοινό όρθιο, τρία encores, μικρή, σεμνή υποδοχή για τους εκπροσώπους της ομογένειας στα παρασκήνια, χειροφιλήματα. Αγκαλιές με την (ολόιδια) κόρη της και τον γιο της. “Yes!” ήταν το πρώτο που είπε, σαν παιδάκι, μόλις επέστρεψε στο καμαρίνι της.

Δεν χρειαζόταν να ανησυχεί για την κριτική των Times. Έπαθε την ελληνική του πλάκα κι αυτός - και δεν δίστασε να το γράψει: Χρησιμοποίησε βεβαίως τεχνικούς και ακριβείς όρους, όπως αρμόζει σε έναν δημοσιογράφο που γράφει για σοβαρή μουσική.

Ήταν μια δυνατή (γίναν δυνατά τ’ αδύνατα) βραδιά, που τελείωσε με τις γλυκόπικρες τις νότες του Μάνου Χατζηδάκι στο φινάλε. Ελληνικό μάτι δεν έμεινε στεγνό εκείνη τη σπάνια στιγμή, όπου ένιωθες πως η ακριβή ιστορία του ελληνικού τραγουδιού συναντούσε την άξια συνέχειά της.

«Μου λέτε πώς θα πάω στο Κάρνεγκι Χολ;» είχε ρωτήσει, λοιπόν, τον Μίσκα Έλμαν (άλλοι λένε τον Ρουμπινστάιν) η χαμένη τουρίστρια.
«Εξασκηθείτε, εξασκηθείτε, εξασκηθείτε», ήταν η απάντησή του.

Αποκλειστικές φωτογραφίες για το Protagon: Seymour Pond (copyright)
(Απαγορεύεται η αναδημοσίευση χωρίς την άδεια του φωτογράφου)

Ευχαριστούμε: Το Ελληνικό Προξενείο της Νέας Υόρκης, το Ίδρυμα Ωνάση, τη γλύπτρια Deborah French, καθώς τον επτάχρονο ανιψιό μου, Στάμο Ζούλα, που με άφησε τόσο γενναιόδωρα να κοιμηθώ στο σούπερ-φαστ, κατακόκκινο, κρεβάτι του, σε σχήμα «Κεραυνός Μακουίν», για τρία ολόκληρα βράδια!

protagon.gr

Ρίκα Βαγιάνη

06/02/2014

back to top

Ημερολόγιο

 ◄◄  ◄  ►►  ► 
Φεβρουάριος 2018
Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
27
28

Login or Register